Αναρτήθηκε από: Petros Haritatos | 19/07/2016

Αποτύπωση του ψυχισμού στη γλώσσα

Γεννιέσαι μέσα σε μιά γλώσσα. Ενώ μεγαλώνεις, ονομάζεις τον κόσμο γύρω σου και τον κόσμο μέσα σου με τις έννοιες που ποτίζουν την κοινωνία σου. Άλλα βιώματα και αντιλήψεις περιέχει η εδώ γλώσσα, και άλλα η εκεί. Έτσι, ενώ το λεξικό δίνει λ.χ. ως ισοδύναμες τις λέξεις «αποτυχία» και «failure», οι έννοιες τους διαφέρουν, όπως και εκείνες που αφορούν τον πόνο. Ας δούμε πώς:

Σχέση με την ‘τύχη’

Τύχη, επιτυχία, ευτυχία
Ατυχία, αποτυχία, δυστυχία

Αυτές οι λέξεις έχουν στη ρίζα τους την τύχη. Την αντίληψη πως δεν μπορείς όλα να τα προβλέπεις και να τα ελέγχεις. Πως ασήμαντοι παράγοντες συχνά προκαλούν τεράστιες συνέπειες. Πως αυτό που θεωρείς σίγουρο μπορεί να ανατραπεί με τρόπο απροσδόκητο.

Ο όρος «επιτυχία» εκφράζει την τύχη που συνοδεύει την προσπάθεια, και όχι την αξία, την επιμέλεια ή την μέθοδο. Αντιθέτως, το αγγλικό success και το γαλλικό succès στηρίζονται στο λατινικό successus, που περιέχει την έννοια της ακολουθίας και της διαδοχής. Πιό κοντά στη δική μας ετυμολογία ήταν το γαλλικό réussite (16ος αιώνας), που προέρχεται από το ιταλικό riuscita, που έχει την έννοια της εξόδου, δηλαδή της ευνοϊκής έκβασης, όπου πάλι η τύχη βάζει το χέρι της. Το συνειδητοποιεί όμως πλέον ο σημερινός Γάλλος;

Κατά ανάλογο τρόπο και η «αποτυχία» είναι ριζωμένη στην τύχη. Στα ελληνικά δεν περιέχει την έννοια τού σφάλματος ή του φταιξίματος, και – κατ’αρχάς – δεν αντανακλά αρνητικά στο πρόσωπο που απέτυχε. Αλλιώς συμβαίνει με το αγγλικό failure (13ος αιώνας) που προέρχεται από το γαλλικό faillir, με την έννοια του ελαττωματικού (be wanting, defective), και προγενέστερα από το λατινικό fallere με την έννοια της απογοήτευσης (deceive, disappoint an expectation), σύμφωνα με τους ορισμούς του Oxford Dictionary of Etymology. Ομοίως το γαλλικό échec (11ου αιώνα) συνδέεται με τον όρο Chah mat, ο βασιλιάς πέθανε, ενώ το ρήμα échouer (16ο αιώνα) προέρχεται από το λατινικό excautare, δηλαδή προσάραξη στα βράχια ενός άτυχου ή αδέξιου ναυτικού.

Κοιτώντας λοιπόν τους παραπάνω όρους και αντιλήψεις, μπορούμε να βγάλουμε τρία συμπεράσματα.

Πρώτο, όπως δείχνει η σειρά «ατυχία – αποτυχία -δυστυχία», το ελληνικό πρότυπο έχει εσωτερική λογική συνοχή, μιάς και η τύχη είναι στη ρίζα της κάθε έννοιας. Αντιθέτως, σε άλλες γλώσσες,  η έκβαση των πραγμάτων συνήθως αποδίδεται στην ευθύνη, μερικές δε φορές στην τύχη.

Δεύτερο, η αντίληψη που κουβαλά η ελληνική γλώσσα είναι πλησιέστερη στις ανθρώπινες δυνατότητες, σε αντίθεση με αντιλήψεις που αποδίδουν στον άνθρωπο μιά ακατανίκητη βούληση. Η ευ-τυχία και η δυσ-τυχία, εξ ορισμού δεν είναι στο χέρι μας, διότι άλλες οι βουλές των ανθρώπων και άλλες των θεών, δηλαδή της τύχης. Αυτό δεν σημαίνει πως είσαι μοιρολάτρης, αλλά πως θα κάνεις το καλύτερο που μπορείς, έχοντας μιά προσγειωμένη αντίληψη για την ελευθερία επιλογής που διαθέτεις, και για την ευθύνη που προκύπτει. Δεν ελέγχεις τα τυχαία στοιχεία της ζωής, και συνεπώς δέχεσαι πως υπάρχουν δυνάμεις ισχυρότερες από σένα. Ο θρήσκος τις αποδίδει στον Θεό, κι ο μη θρήσκος στην τύχη. Γλύτωσες από ατύχημα; Είχες Άγιο. Συνέβη ένα καλό; Δόξα τω Θεώ. Αναμένεις μιάν έκβαση; Έχει ο Θεός. Θα γίνει κάτι; Θεού θέλοντος. Σού εύχονται «καλή τύχη»; Απαντάς «πρώτα ο Θεός». Καθιερωμένες εκφράσεις που χρησιμοποιεί ακόμα κι ένας άθεος.

Τρίτο, η ελληνική γλώσσα απεικονίζει μιά σοφότερη εμπειρία για το πόσο μπορεί ο άνθρωπος να ελέγχει έναν κόσμο όπου κυριαρχεί η ασυνέχεια και το απρόβλεπτο. Αλλες γλώσσες, αντιθέτως, περιέχουν την πεποίθηση πως ο άνθρωπος κυριαρχεί στα πράγματα, εφ’όσον ακολουθεί κάποια μέθοδο. Το ότι η ελληνική αντίληψη είναι πιο ρεαλιστική, προκύπτει από το παράδειγμα των όσων συνέβησαν το 1989 με την κατάρρευση του σοβιετικού συστήματος. Τεράστιες υπηρεσίες ελέγχου και κατασκοπείας, κι από τις δυό πλευρές, δεν μπόρεσαν να προβλέψουν – ακόμα λιγότερο να ελέγξουν (δηλαδή να εμποδίσουν ή να προκαλέσουν) – αυτό που έμελλε να συμβεί. Κι όμως, συνεχίζουν να πιστεύουν στο πρότυπο του κόσμου σαν λογικός μηχανισμός με μοχλούς, γρανάζια και δείκτες.

Σχέση με τον ‘πόνο’

Πώς εκφράζεται στις κοινωνίες η συμμετοχή στα συναισθήματα του άλλου;  Στα αγγλικά, σε αναλογία με τις λέξεις sympathy και antipathy, φτιάξαν με ελληνικές ρίζες την λέξη empathy, που την ορίζουν ως «ικανότητα να νιώθεις τα συναισθήματα ενός άλλου, σαν νάτανε δικά σου». Επειδή στα ελληνικά η λέξη εμπάθεια είναι δεμένη με συγκεκριμένα αρνητικά συναισθήματα, εάν θέλαμε να μεταφράσουμε το empathy θα έπρεπε να συνθέσουμε λέξεις όπως «ενδοπάθεια». Όμως κάτι τέτοιο δεν χρειάζεται, διότι έχουμε ένα πλούσιο λεξιλόγιο γι αυτές τις έννοιες, που στηρίζεται στον πόνο, δηλαδή τον φυσικό πόνο, κάτι που υφίστασαι σ’ένα μέρος του σώματος και που εκφράζεις με το αμετάβατο ρήμα «πονώ». Όμως γίνεται μεταβατικό όταν λέμε «σε πονώ», με την έννοια της συμπόνιας και της απονιάς, που δημιουργεί ιδιότητες όπως πονόψυχος, πονετικός, πονεμένος, άπονος. Έτσι, σε αντίθεση με το empathy που εκφράζει συναίσθημα, εδώ υπάρχει μιά ένταση που είναι σωματική, που ξεκινά από τα σπλάχνα σου, όπως εκφράζουν και οι όροι φιλεύσπλαχνος, σπλαχνικός, άσπλαχνος ή ανάλγητος.

Θα μπορούσες να πείς στα αγγλικά το I hurt for you, ή ακόμα I hurt with you, ή το ανάλογο στα γαλλικά; Αλλά οι κοινωνίες τους εκφράζουν λιγότερη σωματικότητα μέσω της γλώσσας, κι έτσι τέτοιες εκφράσεις μάλλον θ’ακούγονταν σαν παράπονο ερωτικά στερημένου, παρά συμπάσχοντος συνανθρώπου. Το πλησιέστερο, γι αυτούς, θα ήταν I feelI share) your pain (έκφραση προσφιλής στον τέως αμερικανό πρόεδρο Κλίντον) αλλά ακόμα κι έτσι, δεν μπαίνουν στο πετσί του άλλου.

Ερωτήματα για διερεύνηση

Οι διαφορές στην γλώσσα αποτυπώνουν διαφορές στον ψυχισμό. Όπως δείχνουν τα παραδείγματα της «τύχης» και του «πόνου», το πώς νιώθεις κάτι συνδέεται με το πώς το εκφράζεις. Είδαμε δύο ομάδες συσχετισμών, και ίσως θα άξιζε να μελετηθούν κι άλλοι, μέσα από διαφορετικές γλώσσες. Επίσης, μένοντας μόνο στα ελληνικά, θα μπορούσε κανείς να ψάξει πώς εξελίσσεται ο ψυχισμός (ή συγκεκριμένες πτυχές του) σε σχέση με τις εκφράσεις που χρησιμοποιούμε.

(άρθρο του Πέτρου Χαριτάτου στο αφιέρωμα με θέμα τη γλώσσα, στο περιοδικό  ‘Αρδην’, τεύχος 31, Σεπτέμβριος 2001)

Υπενθύμιση: η σχέση της γλώσσας με την πραγματικότητα περιγράφεται στο κεφάλαιο «Νοήματα«.

Advertisements

Responses

  1. […] δὲν εἶμαι γλωσσολόγος ἢ φιλόλογος, καὶ ἐδῶ, ὁ ἀρθρογράφος τὰ λέει ἀκόμη καλύτερα. […]


Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Kατηγορίες

Αρέσει σε %d bloggers: