4c25 Κυριαρχία

4c25 Κυριαρχία

Το ίδιο «θέλω» σε 3 εποχές
Η ηδονή της εξουσίας
Η κυριαρχία αλλάζει τον επιστάτη
Στην κορυφή μιας πυραμίδας

Κοίτα:
ποιά ζωντανά συγκρούονται και ποιά συνεργάζονται
ποιό φυτό απλώνεται, ποιό στριμώγνεται, ποιό επιβιώνει
ποιό ζώο δεσπόζει στην αγέλη, ποιά αγέλη επικρατεί
ποιός άνθρωπος εξουσιάζει τον άλλον
ποιός ζητά να θέλει δίχως όρια.

Μια κυριαρχία μπορεί να φέρνει αταξία κι αδικία, μια άλλη τάξη και δικαιοσύνη. Το πάθος για κυριαρχία είναι γόνιμο: η αντίδραση απέναντί του, γεννά το πάθος για δικαιοσύνη και ισονομία. Και όταν αυτά ματαιώνονται, το πάθος για προστασία ή φυγή.

Η κυριαρχία έχει δυο αφέντες: το θέλω και το μπορώ. Τα θέλω είναι οι ορέξεις σου, τα μπορώ οι ικανότητές σου.

Ορέξεις όπως …
δύναμη, πλούτος, προνόμια, ασυλία
διάκριση, σεβασμός, θαυμασμός, εκτίμηση
πρόσβαση σε ισχυρούς και διάσημους

Ικανότητες, όπως …
διορατικός, οργανωτικός, πειστικός, έμπειρος
χαρισματικός, συμπαθής, γοητευτικός
κόλακας, δόλιος, πονηρός, αδίστακτος
ενεργητικός, ανθεκτικός, πεισματάρης.

Το ίδιο «θέλω» σε 3 εποχές
Το θέλω της κυριαρχίας είναι σκέτη ενέργεια, πυρετός ζωής. Τυφλό μουγγό βουβάλι, μια δύναμη της φύσης. Πού θα ριχτεί; Όπου δείχνουν οι ορίζοντες της εποχής.

Η κάθε εποχή γεννά τους δικούς της σκοπούς. Ο σκοπός είναι ο καβαλάρης πάνω στο βουβάλι: αυτός λέει στο θέλω τι να θέλει.

Το ίδιο παιδί, αν γεννηθεί σε άλλη εποχή, θα κυνηγά αλλιώς το θέλω του. Φτιάξε το σε τρια αντίγραφα και ρίξε το σε τρεις διαφορετικές εποχές. Στη μια θα γίνει πολεμιστής, στην άλλη βιομήχανος και στην τρίτη εφοπλιστής.

Παράδειγμα στις Σπέτσες ο Κοσμάς Μπαρμπάτσης, που ορμάει ξαφνικά να κάψει την τουρκική ναυαρχίδα το 1822, στ’ανοιχτά τού νησιού. Είναι ένας νέος ψαράς, ασήμαντος μέχρι τότε, που την επόμενη μέρα ξαναπιάνει τα δίχτυα του.
Παράδειγμα ο Σωτήρης Ανάργυρος που το 1858 φεύγει φτωχός από τις Σπέτσες να βρει την τύχη του. Επιστρέφει 40 χρόνια αργότερα με τεράστια περιουσία και την ξοδεύει για να βάλει το νησί στην τροχιά του τουρισμού.
Παράδειγμα ο Σταύρος Νιάρχος, εφοπλιστής, που γύρω στο 1960 αποκτά ένα νησί για τις δημόσιες σχέσεις του. Η Σπετσοπούλα εμπνέει κι άλλους μιμητές να χτίσουν κι αυτοί επαύλεις που εκφράζουν την αίγλη τους, στις κοντινές παραλίες.

Ο Μπαρμπάτσης γίνεται ήρωας ενώ οι Έλληνες ζητούν την ανεξαρτησία τους, ο Ανάργυρος γίνεται ευεργέτης ενώ είχε παρακμάσει η πλούσια ναυτιλία των Σπετσών, κι ο Νιάρχος γίνεται μαγνήτης κοσμικότητας ενώ η μεταπολεμική Ελλάδα ζητούσε να φανεί ισάξια της πλούσιας Ευρώπης.

Αυτοί οι τρεις είναι περίπου το ίδιο πρόσωπο που κάθε τόσο ξαναγεννιέται και χαράζει το θέλω του στην ίδια γωνιά της γης.

Η ηδονή της εξουσίας
Με τα κατάλληλα γυαλιά μπορείς να δεις τις πυραμίδες κυριαρχίας τριγύρω στο τοπίο. Παράγουν ένα περιζήτητο αγαθό: το μέλι της εξουσίας.

Να μια πρόσκαιρη μικρή πυραμίδα όπου, άθελά σου, ίσως βρεθείς στον πάτο της. Όταν βγεις απο την Εθνική Οδό στην Κόρινθο και πας για Επίδαυρο, ίσως δεις μπροστά σου κάποιο αργοκίνητο φορτηγό, που κλείνει όσους το ακολουθούν. Μπορεί αν θέλει, να κάνει πιο πέρα για να προσπεράσουν τ’αυτοκίνητα, μα προτιμά που τ’αναγκάζει να περιμένουν. Στη καμπίνα του φορτηγού, ο καθρέφτης δείχνει ένα παλικάρι στο τιμόνι, που απολαμβάνει την εξουσία του. Το βαρύ φορτηγό προεκτείνει προσωρινά το θέλω του. Όταν ξεπεζέψει θα είναι πάλι ένα παιδί ανάμεσα στα άλλα, και πουθενά δεν θα φαίνεται πως εξουσίαζε τόσους ανθρώπους.

Θέλει να μας πει πώς ένιωθε; Να τι λέει ο ήρωας στο Υπόγειο του Ντοστογιέφσκι, για μια ανάλογη κατάσταση: «Άλλοτε εργαζόμουν, τώρα όχι. Ήμουν ένας κακός υπάλληλος. Ήμουν αγενής κι έβρισκα ευχαρίστηση σ’αυτό. Όταν τύχαινε να πλησιάζουν στο γραφείο μου άνθρωποι για να ζητήσουν πληροφορίες, εγώ τους έτριζα τα δόντια μου κι αισθανόμουν μεγάλη ηδονή, όταν κατάφερνα να δυσαρεστήσω κάποιον. Το κατάφερνα σχεδόν πάντα. Τις πιο πολλές φορές επρόκειτο για ανθρώπους άτολμους· ως γνωστό για αιτούντες.»

Αυτή τη «μεγάλη ηδονή», θα την καταλάβεις καλύτερα αν ξαναδείς τι λέει, σε άλλες μεταφράσεις (η παραπάνω είναι της Ελένης Λαδιά, στις εκδόσεις Αρμός). Ιδου μια παραλλαγή: «Πάντα, σχεδόν, το πετύχαινα. Οι ενδιαφερόμενοι, όπως είναι γνωστό, ήταν το πιο πολύ ταπεινοί ανθρωπάκηδες» (μετάφραση Κοραλίας Μακρή, εκδόσεις Γκοβόστη). Ή ακόμα: «Συνήθως ήταν άνθρωποι δειλοί, είχαν την ανάγκη μου» (μετάφραση Γιώργου Σημηριώτη, εκδόσεις Ελευθεροτυπίας).

«Είχαν την ανάγκη μου»… Να ένα κλειδί για τις πυραμίδες της εξουσίας: αυτός που έχει ανάγκη, πάει απο κάτω. Κι αυτός που μπορεί να την ικανοποιήσει, πάει από πάνω. Σ’έχω ανάγκη, με κρατάς. Άρα τι προτιμώ; Να μην έχω ανάγκη κανέναν. Ή να μ’έχουν εμένα ανάγκη οι άλλοι. Εδώ πρόκειται για μια απλή πυραμίδα, όπου είσαι ή πάνω ή κάτω. Μπορούν να αντιστραφούν οι ρόλοι, λ.χ. το παληκάρι του φορτηγού να δουλεύει γκαρσόνι κι ο πελάτης να τον προσβάλλει.

Το θέλω που ζητά κυριαρχία, φτιάχνει μια πυραμίδα για να σταθεί στην κορυφή της. Ή την βρίσκει έτοιμη στον επαρχιακό δρόμο, την οικογένεια, το σωματείο ή το κράτος. Όλες μαζί οι πυραμίδες αποτελούν την κοινωνία. Οι πολλοί στη βάση κι οι λίγοι στην κορυφή. Συνήθως έχουν ενδιάμεσα στρώματα, όπου φωλιάζουν άλλες, μικρότερες, πυραμίδες εξουσίας. Εκεί στα ενδιάμεσα είναι οι επιστάτες, αφέντες με τους απο κάτω και προσεκτικοί με τους απο πάνω. Οι επιστάτες: καπετάνιοι, διευθυντές, στελέχη, διοικητές, επίσκοποι, εργοδηγοί, δασκάλοι. Είναι κι οι πιο διχασμένοι: κυρίαρχοι στους αποκάτω και υποταγμένοι στους αποπάνω.

Η κυριαρχία αλλάζει τον επιστάτη
Πίναμε καφέ στη Ντάπια με τον Κ, συνταξιούχο ναυτικό: «Ήταν σκληροί οι καπετάνιοι, λέει, μιλώντας για την εποχή της μεγάλης φτώχειας. Φεύγαν με 15 βουτηχτάδες στη Μπαρμπαριά και γύριζαν με 5, τους άλλους τους θάβανε στην άμμο. «Αυτός έβγαλε τόσα σφουγγάρια, εσύ γιατί δεν έφερες αρκετά;» Και τον ετρύπαγε με τη βελόνα. Βάζανε σκυλιά για καπετάνιους. Είχαμε κάτι λουλούδια! Τους εφρόντιζε ο βουλευτής, τους έστελνε τα διπλώματα εδώ. Το τηγάνι με τις πατάτες στα μούτρα! Ο ναύτης να τον περιμένει μπρός στην ταβέρνα, να τον πάει με τη βάρκα στο καίκι. Καπεταναίοι με τη ρεπούμπλικα και το κομπολόι, κι όπου πήγαιναν, να κάνουν το γαμπρό. Ο καπτα Μ. με το κομπολόι. Ο Λ. με το κομπολόι. Παλιόσκυλα!»

Κάποιος έλεγε, του αναφέρω, ότι στο καφενείο του Σταμπόλη πηγαίναν μόνο οι καπετάνιοι και δεν τολμούσε το πλήρωμα να ζυγώσει, μη φάει κανένα χαστούκι, ή κάποια αγγαρεία. «Όχι, δεν είναι έτσι, απαντά. Αν εξαιρέσουμε δυο τρεις, όλοι ήταν κύριοι. Ναι μεν στα βαπόρια ήταν έτσι, αλλά εδώ στις Σπέτσες ήταν κύριοι.» Εκεί σκυλιά, εδώ κύριοι. Αυτό το διχασμό του ανθρώπου, τον δείχνει η Μαργαρίτα Γιουρσενάρ στα Απομνημονεύματα του Αδριανού, καθώς μιλά για έναν που ήταν σκληρός δολοφόνος και καλός οικογενειάρχης.

Θυμούνται καπετάνιους που να’τανε κύριοι στο καράβι; Απαντά ο Κ: «Δεν θα σου μιλήσω θεωρία, θα σου πω για ό,τι έζησα. Έχεις δέκα φίλους. Σήμερα είναι δόκιμοι, τρώμε και πίνουμε μαζί. Έφυγες από ανθυποπλοίαρχος; Έγινες γραμματικός; Καβάλησες το μισό καλάμι. Σου λέει ο πλοίαρχος: μην τρως με το πλήρωμα, θα πας με τους αξιωματικούς. Γίνεσαι καπετάνιος κι αλλάζεις. Δεν με ξέρεις πια, ούτε τρώμε ούτε πίνουμε μαζί. Ξεκινάς από μικρούλης, ανεβαίνεις, φτάνεις σ’ ένα στάδιο που φοράς πια την κορώνα ( = το σήμα στο πηλίκιο) και ξεχνάς τα υπόλοιπα. Έχεις το τουπέ, «εγώ είμαι!». Έφυγες από τα μικρά κι έπιασες την κορώνα. Αλλά «ζωή μου θάνατός σου». Αυτός που έχει τη δεύτερη κορώνα θα σε φάει. Είναι η ζωή έτσι.»

Στην κορυφή μιας πυραμίδας
Είπες, του θυμίζω, ότι «βάζανε σκυλιά για καπετάνιους». Ποιοί τους βάζανε; Τώρα η συζήτηση θα πιάσει την κορυφή της πυραμίδας. Εδώ απαντάνε μαζί ο Α και ο Κ, που ζήσαν απο κοντά τους θρυλικούς εφοπλιστές του μεταπολέμου. «Το κλειδί είναι πώς φέρεσαι απέναντι στο μικρότερο. Ο Νιάρχος κι ο Ωνάσης ήθελαν κυριαρχία· να μιλάνε κι όλοι να είναι στη σούζα.» Γιατί έτσι; «Ο άνθρωπος γεννιέται. Ο Λάτσης ήταν αλλιώς. Δεν αδικεί τον μικρότερο, τον προσέχει

Δηλαδή; «Ο Λάτσης δεν είχε ψευδαισθήσεις. Μάς έλεγε: ναι, το ξέρω ότι με κλέβετε αλλά δεν μπορώ να κάνω αλλιώς γιατί σάς έχω ανάγκη. Επρόσεχε τους ναυτικούς του, να μην αδικηθεί κανένας. Τους καπετάνιους και τους μαγείρους, τους είχε στο μάτι, μην κλέβουν τα πληρώματα. Ερχόταν ξαφνικά εκεί που δεν το περίμενες. Μπορεί στις 4 το πρωί ν’ανέβει τη σκάλα του πλοίου να δει τι γίνεται. Μια μέρα που ξεφορτώναμε στη Μόμπιλ στον Πειραιά, μπαίνει στην τραπεζαρία κι αρχίζει να τρώγει τις ελιές που ήταν στο τραπέζι. Το καμαροτάκι που δεν τον ήξερε, του λέει σήκω φύγε ρε από δω, που τρώς το φαί του κόσμου! Ο Λάτσης δίνει εντολή: δώστε του δυο χιλιάρικα δώρο, γιατί κάνει σωστά τη δουλειά του. Ο μικρός έπαιρνε μισθό ενάμισυ χιλιάρικο

Ο Α δεν ξεχνάει μια σκηνή: «Στη Τζέντα όταν τελειώσαμε το έργο, μας κάλεσε όλους, ήμασταν εξακόσιοι, και μάς ρώτησε τι φιλοδοξούμε, και το 80% είπαν ν’αγοράσουμε αυτοκίνητο. Βρε μαλάκες μάς φωνάζει, τι μαλακίες λέτε! Εδώ η ζωή είναι δύσκολη, και κάποιος που ήρθε εδώ πέρα, ήρθε για να φτιάξει σπίτι ή να στήσει μια δουλειά. Για να φύγει απ’ τα χέρια τα δικά μου· όχι για να πάρει αυτοκίνητο. Να φτιάξεις σπίτι να έχεις δικό σου. Να προικίσεις τα κορίτσια σου. Να φύγεις απ’ τα χέρια μου, να ζήσεις πιο ελεύθερα

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: